Πως ο Ταγίπ Ερντογάν επιχειρεί να εγκλωβίσει την Ελλάδα

Γιώργος Ξ. Πρωτόπαπας

Οι προκλήσεις σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο αποτελούν βασικό χαρακτηριστικό της τουρκικής διπλωματίας και προκαλούν ανησυχία για το αν θα μετεσιουθούν σε ενέργειες που ενδέχεται να φέρουν την Ελλάδα αντιμέτωπη με τετελεσμένα. Η ελληνική κυβέρνηση αντιλαμβανόμενη το διακύβευμα της τουρκικής στρατηγικής έχει επιδοθεί σε διπλωματικό μαραθώνιο για την καταγγελία του μνημονίου Τουρκίας – Λιβύης – οριοθέτηση των θαλάσσιων συνόρων. Ωστόσο, η διεθνή κοινότητα αποφεύγει να συνδέσει την ελληνό-τουρκική αντιπαράθεση με τις προσπάθειες για ειρήνευση στη Λιβύη και εντάσσει το πρόβλημα στις διμερείς σχέσεις των δυο κρατών. Η επίσκεψη της γερμανίδας Καγκελαρίου Άνγκελα Μέρκελ στην Τουρκία και η Διάσκεψη του Βερολίνου για τη Λιβύη αποδεικνύουν ότι η Τουρκία παραμένει σημαντικός περιφερειακός δρώντας και διατηρεί σημαντικά ερείσματα στη διεθνή διπλωματική σκηνή.

Η προτεραιότητα της Μέρκελ είναι η διαχείριση του προσφυγικού, ώστε να μειωθούν οι ροές από την Τουρκία, το οποίο και εκμεταλλεύεται ο Ερντογάν για να αποσπάσει περαιτέρω χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Η Μέρκελ στη συνάντησή της με τον Ερντογάν απέφυγε να αναφερθεί στο μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης και τις αντιδράσεις της κυβέρνησης της Ελλάδας. Η Διάσκεψη του Βερολίνου από την πλευρά της, δεν δικαίωσε της προσδοκίες της ελληνικής διπλωματίας καθώς το μνημόνιο ήταν εκτός της ατζέντας. Η Ελλάδα ανέδειξε επικοινωνιακά, το γεγονός ότι δεν προσκλήθηκε καθώς και την επίσκεψη του στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ στην Αθήνα. Κάποια ελληνικά ΜΜΕ αναφέρθηκαν σε φήμες ότι ο Χαφτάρ δεν θα υπογράψει εκεχειρία αν δεν ακυρωθεί το μνημόνιο.

Η ελληνική διπλωματία ενδεχομένως θα μπορούσε να αλλάξει το αφήγημά της και να υιοθετήσει άλλο, προσαρμοσμένο στις ανάγκες της Διάσκεψης του Βερολίνου, προβάλλοντας τον τουρκικό αναθεωρητισμό σε ευρύτερο πλαίσιο, συνδυασμένο με τις παραμέτρους: της απειλής του ισλαμιστικού φονταμενταλισμού στην Ευρώπη, των παρενεργειών του μεταναστευτικού και των τουρκικών «proxy wars».

sΠαράλληλη διπλωματία

Οι τάσεις των ελληνό- τουρκικών σχέσεων διαμορφώνονται από την ατζέντα του τούρκου προέδρου Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος επιδιώκει να υπονομεύσει τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα και να δημιουργήσει τετελεσμένα με την άσκηση παράλληλης διπλωματίας, που επικεντρώνεται στους ακόλουθους πέντε άξονες:

(α) Στρατιωτική διπλωματία. Ασκείται με σύναψη αμυντικών συμφωνιών, έγινε ιδιαίτερα εμφανής στη Λιβύη και με την επίσκεψη του τούρκου προέδρου στην Τυνησία. Ταυτόχρονα, αν λάβουμε υπόψη και δημοσίευμα τουρκικού ΜΜΕ, ότι ο Ερντογάν εξετάζει το ενδεχόμενο να στείλει τούρκους στρατιώτες στη Βόσνια, τότε η ευρύτερη εικόνα που σχηματίζεται παραπέμπει σε μια προσπάθεια της Τουρκίας να απομονώσει την Ελλάδα σε περιφερειακό επίπεδο.

(β) Προπαγάνδα. Εξελίσσεται σε δυναμικό εργαλείο για την προώθηση των τουρκικών διεκδικήσεων. Δηλώσεις Ερντογάν, τούρκων κυβερνητικών αξιωματούχων και τουρκική διπλωματία, αποτελούν κύρια θέματα των mainstream ψηφιακών ΜΜΕ, που παράγοντα αφιλτράριστα από τα τουρκικά δημοσιεύματα. Η τουρκική προπαγάνδα εκμεταλλεύεται τις παθογένειες του ελληνικού συστήματος τόσο στη Θράκη όσο και στη διαχείριση της μεταναστευτικής κρίσης. Το Νοέμβριο το τουρκικό TRT World ανάρτησε βίντεο με τίτλο «Athens: The City With No Mosques», με το ρεπορτάζ του, να υποστηρίζει ότι οι μουσουλμάνοι που ζουν εντός, όσο και γύρω από την Αθήνα, δεν απολαμβάνουν θρησκευτική ελευθερία.

(γ) Θράκη. Το «μέτωπο» της Θράκης αν και αρκετές φορές υποβαθμίζεται από τα ελληνικά ΜΜΕ, εξαιτίας των τουρκικών προκλήσεων σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο, θεωρείται ιδιαίτερα σημαντικό. Η τουρκική διείσδυση στη Θράκη έχει φορέα άσκησης το τουρκικό προξενείο και εφαρμόζεται μέσα από τη δημιουργία παράλληλων δομών – θρησκευτικών, εκπαιδευτικών, πολιτιστικών, αθλητικών, υγειονομικών, οικονομικών και εμπορικών. Η τουρκική διπλωματία στη Θράκη έχει υιοθετήσει στρατηγικής «ήπιας ισχύος».

(δ) Αιγαίο. Οι τουρκικές προκλήσεις σε Αιγαίο και ανατολική Μεσόγειο εντάσσονται στο πλαίσιο της «σκληρής» ισχύος, επιδιώκοντας να επιβάλλουν το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» (MaviVatan) – αφορά ένα μεγάλο μέρος της ανατολικής Μεσογείου, αγνοώντας τις υφαλοκρηπίδες Κύπρου, Ρόδου, Καστελόριζου, Καρπάθου, Κάσου και του ανατολικού τμήματος της Κρήτης Ο Ερντογάν επιδιώκει να σύρει την Ελλάδα σε μια εφ’ όλης της ύλης διαπραγμάτευση, που να περιλαμβάνει «γκρίζες ζώνες», και το θέμα της στρατικοποίησης των νησιών του ανατολικού Αιγαίου, τα οποία η Ελλάδα δεν συζητάει.

(ε) Μεταναστευτικό. Σημαντική παράμετρος του Ερντογάν στο πλαίσιο της διεξαγωγής «υβριδικού» πολέμου εναντίον της Ελλάδας. Η Τουρκία έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τις μεταναστευτικές ροές και να τις χρησιμοποιεί ως μοχλό πίεσης απέναντι στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, για την προώθηση των εθνικών της συμφερόντων. Ο Ερντογάν εμφανίζεται, ως «προστάτης» των απανταχού μουσουλμανικών πληθυσμών και από τον κανόνα δεν εξαιρούνται οι μετανάστες μουσουλμάνοι. Το πρόβλημα ταυτοποίησης των προσφύγων/μεταναστών, η διείσδυση παράτυπων μεταναστών στην ελληνική επικράτεια από τα νησιά και τον Έβρο, δεν αποκλείει, ότι ισλαμιστές εξτρεμιστές εκμεταλλεύτηκαν τις μεταναστευτικές ροές για να περάσουν από τη Συρία και άλλες χώρες στην Ελλάδα. Η Τουρκία έχει υποστηρίξει ομάδες ισλαμιστών εξτρεμιστών μαχητών στη Συρία εναντίον του καθεστώτος της Δαμασκού καθώς και ομάδες ισλαμιστών μαχητών στα δυτικά Βαλκάνια.

Ελληνικά αντιμέτρα

Η ελληνική διπλωματία αν και βρίσκεται σε εγρήγορση με τον υπουργό Εξωτερικών Νίκο Δένδια να έχει επιδοθεί σε διπλωματικό μαραθώνιο για να ακυρώσει το μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης, χαρακτηρίζεται από πάγιες σοβαρές παθογένειες, που απαιτούν λύση.

Η ελληνική διπλωματία εμφανίζει σοβαρό έλλειμμα επικοινωνίας, που μπορεί να βελτιωθεί μόνο εάν η Ελλάδα υιοθετήσει ενιαία στρατηγική Δημόσιας Διπλωματίας. Ο συγκεκριμένος όρος παραπέμπει σε μια μορφή σύγχρονης διεθνής πολιτικής επικοινωνίας που επιδιώκει να επηρεάσει τη ξένη κοινή γνώμη με στόχο την ενίσχυση του διεθνούς προφίλ μιας χώρας. Διαφέρει από την παραδοσιακή διπλωματία καθώς απευθύνεται εκτός από τους κρατικούς φορείς σε μη κρατικούς φορείς, σε ΜΜΕ, σε social media και ακολουθεί μια προσέγγιση «two-way communication». H ελληνική διπλωματία για να είναι αποτελεσματική πρέπει οπωσδήποτε να αντιλαμβάνεται τις διεθνείς και ευρωπαϊκές εξελίξεις μέσα στο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, της επικοινωνίας και της IT. Η άσκηση της ελληνικής Δημόσιας Διπλωματίας πρέπει να επικεντρωθεί:

(α) Στη δημιουργία ενός αρμόδιου φορέα που να συντονίζει τις προσπάθειες όλων των άλλων φορέων (κρατικών και μη κρατικών) με στόχο, τη διαμόρφωση διεθνής επικοινωνιακής στρατηγικής.

(β) Στη θεσμοθέτηση μια ανοιχτής και διαρκής συζήτησης στο πλαίσιο ανάπτυξης της στρατηγικής για μια διεθνή επικοινωνιακή πολιτική. H δημόσια συζήτηση πρέπει να εστιαστεί στην αλληλεπίδραση κυβερνητικών φορέων, μη κυβερνητικών οργανώσεων και εκπροσώπων από τα εγχώρια και διεθνή ΜΜΕ.

(γ) Στην ιεράρχηση στόχων και στο διαχωρισμό καθηκόντων και αρμοδιοτήτων μεταξύ κράτους και μη κρατικών φορέων, προκειμένου να επιτευχθεί όσον το δυνατόν καλύτερος συντονισμός.

Η συλλογή και αξιολόγηση πληροφοριών αποτελεί άλλη μια σημαντική παράμετρος, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής καθώς με τη κατάλληλη διαχείριση ενδέχεται να προβλέπει κρίσεις. Ο ρόλος των πρεσβειών πρέπει σε αυτόν τον τομέα να ενισχυθεί καθώς οι διπλωματικές παρατηρήσεις και αναφορές, η ανάλυση περιεχομένου των διεθνών ΜΜΕ με τη σωστή αξιολόγηση έχουν τη δυνατότητα να εξάγουν χρήσιμα συμπεράσματα. Οι αναφορές των πρεσβειών σε συνδυασμό με πληροφορίες που προέρχονται και από την κοινότητα των υπηρεσιών πληροφοριών, θα βελτιώσουν τη λήψη αποφάσεων της ελληνικής διπλωματίας.

Παράλληλα, η θεσμοθέτηση ενός συντονιστικού οργάνου της ελληνικής διπλωματίας μπορεί να προσφέρει τα μέγιστα, στην άσκηση μιας συλλογικής και αποτελεσματικής εξωτερικής πολιτικής, κυρίως προς την Τουρκία. Ένα τέτοιο συντονιστικό όργανο θα πρέπει: (α) να συντονίζει το υπουργείο Εξωτερικών με τα υπουργεία που έχουν τη δυνατότητα να λειτουργήσουν επικουρικά στην άσκηση της εξωτερικής πολιτικής, (β) να εποπτεύει όλους τους εμπλεκομένους φορείς που ασκούν μορφές άμεσης αλλά και έμμεσης διπλωματίας, (γ) να έχει διαρκής επικοινωνία με τις πρεσβείες και να αξιολογεί τις αναφορές τους, (δ) να έχει πρόσβαση σε πληροφορίες και να τις αξιολογεί ώστε να προβλέπει καταστάσεις,(ε) να έχει επικοινωνία με το σύμβουλο Εθνικής Ασφάλειας του πρωθυπουργού και (στ) να αναφέρεται στο Εθνικό Συμβούλιο Εξωτερικής Πολιτικής (ΕΣΕΠ).

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό ΑΜΥΝΑ & Διπλωματία, τεύχος Φεβρουαρίου 2020, σσ.13 -15 

Απαγορεύεται η αναδημοσίευση χωρίς την άδεια του εκδότη

 

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s